ἄπορος

ἄπορος, ον ['без пути'] 1. (о вещах) тяжкий, неодолимый, безысходный; 2. (о. лицах) недоумевающий

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Смотреть что такое "ἄπορος" в других словарях:

  • ἄπορος — without passage masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • άπορος — η, ο (AM ἄπορος, ον) [πόρος] φτωχός, ενδεής μσν. νεοελλ. 1. δυστυχισμένος, άθλιος 2. κακός, ανάξιος 3. (για κάστρο ή μοναστήρι) άδειος αρχ. μσν. 1. (για τόπο) δύσβατος, αδιάβατος 2. (για καταστάσεις) πολύ δύσκολος 3. το ουδ. ως ουσ. τό ἄπορον η… …   Dictionary of Greek

  • άπορος — η, ο αυτός που δεν έχει πόρους, ο φτωχός: Για τις γιορτές των Χριστουγέννων δόθηκαν βοηθήματα στους απόρους …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἀπορώτερον — ἄπορος without passage masc acc comp sg ἄπορος without passage neut nom/voc/acc comp sg ἄπορος without passage adverbial …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀπορωτάτων — ἄπορος without passage fem gen superl pl ἄπορος without passage masc/neut gen superl pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀπορωτέραις — ἄπορος without passage fem dat comp pl ἀπορωτέρᾱͅς , ἄπορος without passage fem dat comp pl (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀπορωτέρων — ἄπορος without passage fem gen comp pl ἄπορος without passage masc/neut gen comp pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀπορώτατα — ἄπορος without passage adverbial superl ἄπορος without passage neut nom/voc/acc superl pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀπορώτατον — ἄπορος without passage masc acc superl sg ἄπορος without passage neut nom/voc/acc superl sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀπόρως — ἄπορος without passage adverbial ἄπορος without passage masc/fem acc pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄπορον — ἄπορος without passage masc/fem acc sg ἄπορος without passage neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.